Τι είναι η αναβλητικότητα;
Με τον όρο αναβλητικότητα περιγράφουμε μια δυσλειτουργική συμπεριφορά, κατά την οποία το άτομο καθυστερεί ή αποφεύγει να εκτελέσει μια εργασία ή υποχρέωση, με συνέπεια να επηρεάζεται αρνητικά η εξέλιξή του και η συνολική του ευημερία. Τα άτομα που τείνουν προς την αναβλητικότητα παρουσιάζουν χαμηλή αντοχή στην πίεση και συνήθως αντικαθιστούν τις απαιτητικές δραστηριότητες με πιο ευχάριστες. Η συμπεριφορά αυτή πηγάζει από έναν παρατεταμένο φόβο ή άγχος απέναντι σε αυτό που πρέπει να γίνει, μια ανησυχία που ταράζει τον εσωτερικό κόσμο του ατόμου και το ωθεί να απαλλαγεί από την πηγή της.
Σύμφωνα με τους Solomon και Rothblum (1984), η αναβλητικότητα είναι «η πράξη της άσκοπης καθυστέρησης των καθηκόντων μέχρι το σημείο που προκαλείται δυσφορία». Η καθυστέρηση αυτή συμβαίνει παρά την επίγνωση ότι θα επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα και συνοδεύεται από ενοχή και εσωτερική ένταση.
Η αναβλητικότητα δεν είναι τεμπελιά − αν και συχνά οι δύο έννοιες συγχέονται. Η βασική τους διαφορά βρίσκεται στο κίνητρο: ο αναβλητικός θέλει να ολοκληρώσει το έργο του και συνήθως το καταφέρνει την τελευταία στιγμή, χωρίς όμως επαρκή οργάνωση ή προγραμματισμό. Ζει εγκλωβισμένος σε ένα διαρκές εσωτερικό δίλημμα: «Μπορώ να τα καταφέρω ή όχι; Είμαι αρκετά ικανός ή όχι;». Αυτή η αμφιβολία αυξάνει τα επίπεδα στρες και αδρεναλίνης, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο που ταυτόχρονα τον διεγείρει και τον παραλύει. Το μοτίβο αυτό, με την επανάληψη, εδραιώνεται ως συνήθεια και τελικά μετατρέπεται σε τρόπο ζωής, επηρεάζοντας βαθιά την ικανότητα ανάληψης ευθυνών.
Απόσπασμα από το βιβλίο της Σάντρας Τσιλιγγερίδου “Εσύ πόσο αναβλητικός είσαι;“

